Wednesday, March 21, 2007

Αυτοκόλλητα παντού!


Αυτοκίνητα παντού! Η απάντηση: αυτοκόλλητα παντού.

Στο περιθώριο

Σημειώσεις, χαρτιά, χαρτάκια. Βιβλία μουτζουρωμένα με λερωμένα περιθώρια. Λόγια και σκέψεις που χορεύουν και ζουν στο περιθώριο. Μια φανταστική πολιτεία όπου συνειδητό και υποσυνείδητο μεσουρανούν σαν άλλος ήλιος και φεγγάρι.
Ξένος, διαφορετικός, άλλος. Υπάρξεις μαύρες, μουτζουρωμένες που ζουν στο περιθώριο. Ψυχές που δεν ταιριάζουν στο καλούπι αυτού του κόσμου. Μια πραγματικότητα όπου τα δίπολα καλό-κακό, άνδρας-γυναίκα, οικείος-ανοίκειος απλώνουν το σκοτάδι.
Αφορμή για να σημειώσω τις σκέψεις αυτές στον πρώτο λαβύρινθο του μυαλού μου αριστερά, στάθηκε ένα ντοκυμαντερ.

Monday, March 12, 2007

Στενά Νέστου!Γιουχου!!




Όχι παντελώς ανοργάνωτοι αλλά αρκετά μάχιμοι, είπαμε να εκμεταλλευτούμε τις καλές μέρες και τα γερά μας πόδια!
Αρχικό σχέδιο: Λιβερά-Σταυρούπολη με μεταφορικό μέσο το πάλαι ποτέ αξιόπιστο τρενάκι...
Υποθετικά θα αναχωρούσαμε από Ξάνθη στις 11:07. Ο ουρανός συννεφιασμένος και η αίθουσα αναμονής του ΟΣΕ γεμάτη προσκυνητές, γιαγιάδες και πανκιά! Οι μεν πρώτες από κάπου ήρθαν και κάπου πορεύονταν. Οι δε δευτεροι, ακολούθησαν τους Βανδαλουπ (Φύγε απ' το γκρουπ, φύγε απ' το γκρουπ!) και κομμάτια όπως ήταν μετά τη συναυλία, επέστρεφαν στη Θεσσαλονίκη. Ο σταθμάρχης τα έπαιξε από το πολύβουο πλήθος και την πρόωρη άφιξη του τρένου, έκλεισε το ταμείο αρον άρον και πετάχτηκε στις γραμμές φορώντας το καπελάκι του , κύριος!
Χωρίς εισητήριο και διασκεδάζοντας με τους εναλλακτικούς συνταξιδιώτες, ξεκινήσαμε προς εύρεση του προϊσταμένου κινήσεως, μιας που κατά πολλούς "νίπτω τας χείρας μου" υπαλλήλους ήταν ο μόνος που μπορούσε να μας βοηθήσει. Δέκα λεπτά πριν τα Λιβερά (όπου σημειωτέον, το τρένο έφτυσε μόνο δυο ψυχές (εμάς!) και μετά από το βλέμμα όλο απογοήτευση, αγανάκτηση και σιχτιρ του προϊσταμένου, δίχως να κόψουμε εισήτηριο, βρεθήκαμε στον κλειστό πλέον σταθμό των Λιβερών.
Τελικό σχέδιο: Λιβερά- Τοξότες, μετά από προτροπή ώριμων κυρίων, κερασμένα παστέλια και απαξιωτικά κατσουφιάσματα για την αρχική μας διαδρομή. "Κάνουμε αυτή τη διαδρομή κάθε Κυριακή...είναι πιο όμορφα προς Τοξότες....πάρε παστελάκι κοπελιά....α!είστε και καλά ντυμένοι....σου ξου μουξου....μανταλάκια....άντε μαζευτείτε να ξεκινήσουμε..."
Το πρώτο κομμάτι δεν συνίσταται για κλειστοφοβικούς ανθρώπους με τακούνια και δίχως φακό. Χαλίκι παίρναμε, χαλίκι αφήναμε και αφού περάσαμε μέσα από τρια ή τέσσερα τούνελ, δίχως φυσικά να γνωρίζουμε τα δρομολόγια των τρένων, βρήκαμε την αρχή του παρόχθιου μονοπατιού. Κάποια στιγμή, τρία μέτρα (ευτυχώς!) πριν την έξοδο μιας σήραγγας, ακούσαμε το καλό μας IC να σκούζει. Τα πόδια στην πλάτη και με δρασκελισμούς που θα ζήλευε και βετεράνος πεζοναύτης, αράξαμε στην άκρη της σιδηροδρομικής γραμμής, πανευτυχείς που δεν ζούμε στην Ιαπωνία, όπου τα τρένα κυριολεκτικά τα σπάνε! Αν συναντιόμασταν μέσα στο σκοτεινό τούνελ θα έπρεπε να χωθούμε στις εσοχές που υπάρχουν στα τοιχώματα του, αγκαλιά με κάποιον αποστεωμένο πεζοπόρο που πήγε να θαυμάσει το μεγαλείο του Δημιουργού και κατέληξε σε τετ α τετ ραντεβουδάκι μαζί του!
Το υπόλοιπο κομμάτι της διαδρομής είναι σαφώς βόλτα σε παιδική χαρά. Ο Νέστος κυλάει νωχελικά δίπλα μας, τα βουνά τον αγκαλιάζουν και η φύση οργιάζει. Μαγεία, ηδονή κτλ κτλ. Μετά την πηγή του Κρωμνικού, το μονοπάτι περνάει κάτω από τις γραμμές και συνεχίζει ανηφορικά και σταθερά δίπλα στο ποτάμι μέχρι την Γαλάνη. Σε κάθε στροφή η θέα είναι μαγική.
Όσο προχωρούσαμε διαπιστώναμε πως πλησιάζαμε στον πολιτισμό. Εμφανίζονταν μπροστά μας κι άλλα δίποδα του συναφιού και παραδόξως, λόγω της επίδρασης του κελαρυστού νερού, όλοι δείχναμε την στοιχειώδη ευγένια και αλληλεγγύη. "Καλησπέρα! Γεια χαρά" και η μούτζα των Ελλήνων οδηγών, κυριολεκτικά να αποτελεί είδος προς εξαφάνιση. Έτσι, έτσι...άμα δε νιώθεις κυρίαρχος, δεν απλώνεις τα βρώμοχερα σου με ορθάνοιχτες τις δαχτυλούμπες!
Η Γαλάνη ήταν μόνο μερικά μέτρα μακριά και το απόλυτο δείγμα του πολιτισμού μας, έκανε την εμφάνιση του, στο τελευταίο σημείο πανοραμικής θέας...Σκουπίδια! Είχαν δραπετεύσει από τον κάδο σκουπιδιών του δασαρχείου και χάζευαν κι αυτά τον Νέστο, με το απαλό αεράκι να τα χαϊδεύει. Σε όλη τη διαδρομή άκουγα την αγαπημένη μου playlist και ξάφνου μασήθηκε η κασέτα.... Φουρτούνιασα με τους ανεκπαίδευτους εκδρομείς, άρπαξα το παστέλι από το σακίδιο και απάντησα ορθά κοφτά σε μια παρέα κορασσίδων που έψαχναν κάπου να φάνε. "Όχι, δεν έχει φαγητό από εκεί, μόνο θέα να γλύφεις τα δάχτυλα σου, γκεγκε?"
Αφού άναψα και κόρωσα, έχωσα τα καταπονημένα ποδαράκια μου στον παγωμένο ποταμό που κουνούσε κι αυτός το κεφάλι του συγκαταβατικά.
Τώρα πια μόνο λίγα χιλιόμετρα μας χώριζαν από τους Τοξότες και τον σταθμό του τρένου. Είπαμε να το τρέξουμε λίγο μιας και η αμαξοστοιχία ήταν ικανή να φύγει πάλι νωρίτερα...Χα!χα! μας την έσκασε και πάλι. Είχαμε τρεις ώρες ακόμα μέχρι το επόμενο τρένο και φόρτσα άνεμο να μας σφυρίζει το σκοπό "άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα!" Μετά από αποτυχημένες απόπειρες κουρσεύματος λεωφορείων στην εθνική οδό, μισό κιλό απογοήτευση, μια ντουζίνα κρύο και δυο ζευγάρια ελαφρώς πονεμένα πόδια, καταλήξαμε σε κάτι σαν καφενείο... Διπλός ελληνικός, χαρτάκι, ειδήσεις στην τηλεόραση -αυτή τη φορά τις φάγανε κάτι μπάτσοι...ουπς αστυνομικοί- όνομα ζώο φυτό και εν τέλει ταξάκι, γιατί το μεταφορικό μας σκουλήκι είχε καθυστέρηση και θα μας γκάστρωνε κι εμάς μέχρι να έρθει!
Μετά από όλα αυτά προτείνω ανεπιφύλακτα την διαδρομή με την ίδια ακριβώς δόση οργάνωσης (άντε, καλύτερο τσεκάρισμα των δρομολογίων δε θα έβλαπτε), φακό και τα σκουπίδια στην τσέπη! Θα φάμε κόκκινη από τη φύση και θα τρέχουμε, σας το λέω!
Για πληροφορίες δες εδώ και εδώ

Friday, March 2, 2007

Οι μυστικοί πέντε!

Αυτό το παιχνίδι των πέντε μου θυμίζει μια ταινία που είχα δει παλιά. Το σενάριο βασιζόταν στην αφήγηση του πρωταγωνιστή, ο οποίος μιλούσε για τον εαυτό του και τη ζωή του με λίστες. Το top 5 των αισθηματικών εμπειριών του, το top 10 αγαπημένων του τραγουδιών, οι τρεις χειρότερες καταστάσεις όπου έχει μπλεχθεί κτλ.
Ιδού λοιπόν πέντε πράγματα για μένα, μετά από πρόσκληση της maroulitas:

1. M' αρέσει η σοκολάτα υγείας. Όσο πιο πολύ κακάο τόσο καλύτερα!

2. Πιστέυω πως η τεμπελιά είναι καλό πράγμα. Κατέληξα σε αυτό μετά από πολλά χρόνια και προσπάθειες καταπολέμησης του άγχους μου (που πάντα είχε αρνητικές επιπτώσεις στις σχέσεις μου με άλλους). Χαλαροί ρυθμοί όσο γίνεται...απλά πράγματα και μικρά βήματα κάθε φορά. Όλα θα γίνουν με τις λιγότερες δυνατές εντάσεις και τύψεις. Προσπαθώ να το τηρώ.

3. Εκδρομούλες και ταξίδια είναι το καλύτερο μου. Όχι οργανωμένα αυστηρά γιατί και το τυχαίο και η αναποδιά μπορεί να βγει σε καλό.

4. Όταν δεν είμαι καλά κοιμάμαι (αν και βλέπω εφιάλτες ;-), διάβαζω βιβλία για να ξεχνιέμαι και ακούω μουσική που θα με ανεβάσει (ακόμα και αν οι στίχοι είναι στενάχωροι θέλω η μελωδία να με φτιάξει). Όταν φτάσω στο στάδιο να μην βλέπω εφιάλτη, να χαμογελάω με αυτά που διαβάζω, να χορεύω μόνη μου στο κέντρο του δωματίου και να επικοινωνώ με τους φίλους μου φυσιολογικά είναι σημάδι πως όλα βαίνουν καλώς!

5. Δεν σκέφτομαι πάντα πριν μιλήσω και αυτό μερικές φορές είναι ενοχλητικό, γιατί καταλήγω να λέω στον εαυτό μου "βλήμα, αν το χειριζόσουν αλλιώς θα ήταν καλύτερα για όλους". Όμως δεν μπορώ να κρατάω πράγματα μέσα μου.

Με τη σειρά μου παραδίδω τη σκυτάλη σε it is (κι ας με κλάσει!), touroutourou, ntetzevou, rozaka.


Wednesday, February 28, 2007

Όνειρο νευρικής νυκτός...

Το εστιατόριο είχε τη φήμη του πιο ρομαντικού στην επαρχιακή μας πόλη. Η διακόσμηση ήταν βαριά και το φως των κεριών συμπλήρωνε την πολυδιαφημισμένη ατμόσφαιρα. Στεγαζόταν σε ένα παλιό βιομηχανικό κτίριο, όπως συνηθίζεται τελευταία, σε μια εντέχνως υποβαθμισμένη περιοχή στις παρυφές της πόλης.
Είμαι ανήσυχη. Αυτό που με ανησυχεί είναι πως είμαι μόνη σε ένα εστιατόριο γεμάτο ζευγαράκια...; Με ανησυχεί που τα μάτια μου δε βλέπουν καθαρά...; "Όχι! Αυτοί είναι!" Μόλις τους εντόπισα τα λέπια πέσαν από τα μάτια μου και έβλεπα ξεκάθαρα... Πάλι οι τρεις τους. Τους έχω ξανασυναντήσει σε άλλο REM, με απανωτά χτυποκάρδια και τότε...
Άσπρες μπλούζες, μαύρα παντελόνια και στρατιωτικές αρβύλες. Βαριά αντρική, φτηνή κολώνια και μπαρούτι. Όπως και τότε...τρία ξυρισμένα κρανία που λαμποκοπούσαν στο φεγγαρόφωτο. Μόλις είχαν παρκάρει την τρίπατη νταλίκα- φαλλικό σύμβολο και χασκογελούσαν μεταξύ τους. Έτσι έκαναν και στο γυμνάσιο κάθε φορά που έκλεβαν το χαρτζηλίκι των μικρών. Μπορεί να με κυνηγούσαν και τότε.
Ήξερα πως δεν έρχονταν για μένα. Όπως ήξερα πως δε θα γλίτωνα. Χόρευα διακριτικά στα μπίτια των καρδιακών μου παλμών όταν ξάφνου ένα μαύρο αυτοκίνητο με φιμε τζάμια σταματάει δίπλα στην τζαμαρία που με χώριζε από τη διαβολική τριάδα. Βλέπω την κάνη της καραμπίνας και σαν φοβισμένο ζώο, με λύσσα ξεχύνομαι στο σκοτάδι. Το κρυό με τρυπάει σαν να πάγωσε η κόλαση...τρέχω. Αφήνω πίσω μου τα αίματα που πεταμένα χύμα στους τοίχους του εστιατορίου, βελτίωσαν τραγικά την αγαπησιάρικη διακόσμηση.
Η ανάσα μου κόβεται... "Κρύψου!". Ορθώνεται σαν σπηλιά, τεράστιος, σκοτεινός και σιωπηλός, καταφύγιο από τον παράδεισο και την κόλαση- γιατί μήτε στο ένα μήτε στο άλλο ήθελα να καταλήξω, σκουπιδοτενεκές σωτήρας. Χώνομαι μέσα και προσπαθήσω να πείσω με μπουνιές την καρδιά μου να σταματήσει να χτυπάει τόσο δυνατά.... "Θα μας ακούσουν, σκάσε!".
Μυρίζω το μπαρούτι καθώς πλησιάζουν και μια εσανς αλκόολ έχει πλημμυρίσει τον τόπο. Φως... το φεγγάρι.... θόρυβος.... το μπουκάλι που σπάει.... ζέστη.... "Καίγομαι!" και αυτό μου θυμίζει πως ακόμη..... ζω! Πρέπει να βγω από δω ακόμα κι αν χρειαστεί να κόψω με τα δόντια την ουρά μου, από την φάκα που πιάστηκα. "Πνίγομαι, σαν να μασάω δακρυγόνο..."
Μες στον πανικό μου, βρίσκομαι να σκαρφαλώνω. Έχω ματώσει χέρια και πόδια. Ο άνεμος δυνατός και παγερός σαν τον ιδρώτα που με τυλίγει. Τα φώτα της πόλης και....γαμώτο! Την τύχη μου μέσα, πως έμπλεξα έτσι.... Σκαρφάλωσα στο θηρίο που αντικαθιστά τα αρχίδια που τους έκοψε η μανούλα τους όταν ήταν πιτσιρικάδες. Διάολε! Κρεμιέμαι από την νταλίκα τους, σε ύψος οχτώ μέτρων και αυτοί πλησιάζουν.... Ιδρώνω περισσότερο, γλιστράω.
"Κική, δε θα γλιτώσεις" και το γέλιο του με ανατριχιάζει. Ανάβει τσιγάρο και μα τους άγιους πάντες των πάντων, αν δεν έβλεπα έτσι όπως κρεμιόμουν σαν την τσίτα, ανάποδα, τα ραδίκια να πλησιάζουν με ταχύτητα φωτός, θα του έκανα τράκα... Νίωθω να πέφτω. Είμαι στο κρεβάτι μου...είμαι στην νταλίκα...είμαι στον αέρα....πέφτω!!
Φτύνω το χώμα που μου τριβελίζει το στόμα.... ακούω τις αρβύλες. Σέρνομαι στις λάσπες και το βάζω για άλλη μια φορά στα πόδια. "Γιατί δεν ξυπνάς ρε μαλάκα; Ξύπνα επιτέλους!" Το μυαλό μου θέλει να πάει για κατούρημα, γι αυτό μου ζητάει απεγνωσμένα να πατήσω pause. Τρέχω, έχω βάλει τα πόδια στο forward, την ουρά στα σκέλια και τρέχω.
Στην έξοδο μιας δημόσιας τουαλέτας που φύτρωσε από το πουθενά, τραβάω μια κοπέλα από το μπράτσο. Την εκλιπαρώ για βοήθεια. Με κατακόκκινα μάτια, τυλιγμένη σε μια βρωμερή πετσέτα του ελληνικού στρατού, ασορτί με την πράσινη επιδερμίδα της μου λέει αργά και με κόπο: "Ο τελευταίος που με άγγιξε είναι τώρα νεκρός..."
Εμπνευσμένο από το Λόλα, τρέξε Λόλα, το υποσυνείδητο μου με θέλει να τρέχω σαν τυφλό σκυλί που απλά μυρίζει τον κίνδυνο και την καμμένη του ουρά. Ακολουθώ τον χλεμπονιάρη, εμμετικό διάδρομο και ακούω συνομιλίες... "Πότε θα ξυπνήσεις, επιτέλους;" Έχω αφήσει πίσω μου τους τρεις δαίμονες. Μπορεί να λιποθύμησαν από την ηδονή που τους χάρισε ο φόβος μου....δεν ξέρω...απλά φοβάμαι και τρέχω...λες κι αν συνεχίσω να τρέχω...μια ζωή, συνέχεια να τρέχω...θα είμαι ασφαλής, θα είμαι ζωντανή....."Ξύπνα!"
Παρακάμπτω κάτι μαφιόζους της κακιάς ώρας, πιο φοβισμένους κι από μένα. Παραπατώντας στα χαρτόκουτα της τεράστιας υποφωτισμένης αποθήκης -ναι ο διάδρομος μεγάλωσε ξάφνου (ένα χειροκρότημα στον παίχτη των ειδικών εφε του συνεργείου!) άκουσα μουσική.... Δυνατή, γρήγορη, κοφτή και πρωτόγονη. Χτύπο μετά τον χτύπο, έκρυβε ένα μήνυμα. Για μένα. "Ξύ-πνα, ξύ-πνα, ξύ-πνα....". 'Οταν ξύπνησα όλα είχαν εξαφανιστεί. Εκτός από την μουσική, που συνέχιζε να σφυροκοπάει για μένα και μόνο.

Sunday, February 25, 2007

Δημιούργησε. Μη φοβάσαι


Οι πρωτόγονοι κατασκεύασαν εργαλεία και έγιναν λίγοτερο πρωτόγονοι. Κάποια στιγμή όχι πολύ μακρινή από την μέρα που έφτιαξαν το πρώτο τους ακόντιο, ανακάτεψαν μερικά μπιρμπιδέλια και άρχισαν να ζωγραφίζουν στα σπήλαια. Και ο μεγάλος κυνηγός της φυλής, χάρηκε που είδε την αγωνία και τη δύναμη του σε δύο διαστάσεις και ας μην είχε ιδέα τι είναι διάσταση.
Ένας άντρας στην κορυφή του διπλανού λόφου ένιωσε τις ακτίνες του ήλιου στο δέρμα του και ανατρίχιασε. Ο αέρας χάιδευε τα άκρα του, η αλμύρα του χτυπούσε το πρόσωπο και αυτός χαμογελώντας έγραψε ένα ποίημα. Ένιωσε όμορφα.
Δίπλα σε μια πύλη του χρόνου, κάποιος άλλος λυπημένος από τον κόπο των ανθρώπων που μοχθούσαν κόντρα στα νερά του ποταμού, οραματίστηκε μια μεγάλη σανίδα που θα έδενε τις δύο όχθες. Έβαλε τα δυνατά του, σκόρπισε τον ενθουσιασμό του και μετά από καιρό έκοβε απογευματινές βόλτες στην γέφυρα που έγινε σκοπός της ζωής του. Χαιρετούσε χαμογελώντας καθώς έβγαζε το καπέλο στις δεσποινίδες που περπατούσαν δίπλα του.
Μετά από πολλά ποτά και στην προσπάθεια του να ξεφορτωθεί το χάος του μυαλού και της καρδιάς του, ένας άλλος μεσήλικος λέρωνε ένα κομμάτι χαρτί ξαλαφρώνοντας το είναί του. Στάθηκε μέσα στις μπογιές και ήρεμος πια αναφώνησε ένα τεράστιο, πολύχρωμο ουφ! Στη μέση του δωματίου του, με τα ίχνη της δημιουργίας εμφανή στα χέρια του, χόρεψε τον πρώτο του χορό.
Μια παρέα αποφάσισε να διεκδικήσει τη θέση της στον κόσμο. Έγραψε ένα μακροσκελές κείμενο, αποτύπωσε αυτό που ζει και εξέφρασε αυτό που θέλει να ζήσει. Κινητοποιήθηκε. Το απόγευμα βγήκαν όλοι μαζί για ένα κρασί. Τα διαβολάκια τους τρέχανε πέρα δώθε και αυτοί τα κοιτούσαν. Μια εκείνα και μια όσα κατάφεραν για αυτά και τους ίδιους.
Την πρώτη βροχερή μέρα του νέου χρόνου, σε μια μισοσκότεινη παράγκα, ακούστηκε ο ήχος της ζωής. Ο ευτυχής πατέρας έτρεξε στην κοινή αυλή και ανακοίνωσε με ενθουσιασμό και κομμένα γόνατα το νέο. Την επομένη, οι γειτόνισσες ήλθαν στο σπίτι με γλυκά και πίτες. Στήθηκε τσιμπούσι με ότι φύτρωσε εκείνη την χρονιά.
Τα αδύνατα γίνονταν από παλιά δυνατά. Με τη βοήθεια της δημιουργίας. Σπρώχνοντας τον εαυτό του πέρα από τα όρια που νόμιζε πως είχε, ο άνθρωπος άλλαξε την ζωή του. Ακόμα και μέσα στον πόνο και στις δυσκολίες τραγουδούσε, χόρευε, έγραφε, γεννούσε. Γιατί όσο δημιουργούσε, ποδοπατούσε ότι τον έκανε να τρέμει από τον φόβο του.

Friday, February 23, 2007

Αγαπάμε αμοιβαία ως αμοιβάδες!


Μια σχέση δεν είναι παζλ. Οι άνθρωποι δεν είναι κομμάτια παζλ. Δεν έχουν προκαθορισμένες και μόνιμες, απαράλλαχτες εσοχές και προεξοχές. Ούτε κολλάμε ποτέ μόνο με ένα το πολύ τέσσερα κομμάτια. Πόσο μάλλον να κολλάμε γάντι και να υπάρχει μόνο αυτό το κομμάτι και κανένα άλλο. Δεν γίνεται. Είναι ουτοπία όχι ρομαντισμός να το πιστεύεις αυτό, κατάλαβες;
Η φαντασιόπληκτη, νοσηρή μου φωνούλα, υπαγορεύει πως οι άνθρωποι είναι τελικά σαν τις αμοιβάδες. Αυτοί οι πολύ απλοί μονοκύταροι οργανισμοί αποδεικνύονται μεγαλειώδεις χάρη στην απλότητα τους και εξαιρετικά περίπλοκοι. Μια αμοιβάδα δεν έχει σχηματισμένα άκρα και όργανα ξεχωριστά. Μασαμπουκιάζει ότι βρίσκει μπροστά της και μετατρέπει το ένα και μοναδικό της κύτταρο σε στομάχι με εξαιρετική ευκολία, προκείμενου να επιβιώσει. Όταν σκάσει από το φαγητό και διαλυθεί σε χίλια κομμάτια, τα μαζεύει και γίνεται πάλι η αμοιβάδα που ξέραμε. Αθανασία λέμε! Αυτά είναι μεγαλεία, διάολε! Να μασάς τα πάντα και να μη μασάς μπροστά σε τίποτα, κατάλαβες;
Οι αμοιβάδες δεν πεθαίνουν. Ανάλογα με τις γκάβλες τους αυτοτεμαχίζονται. Από μια γίνονται δυο και τέσσερις κοκ. Σε κάθε μια, ενυπάρχει η προηγούμενη και η επόμενη. Τι να λέμε τώρα, δεν είμαστε αμοιβάδες όμως....όμως λαχτάραμε να δοκιμάσουμε ο ένας τον άλλο. Πλησιάζουμε σιγά σιγά και αγγίζουμε τις ψυχές μας πότε με τα ακροδάχτυλα και πότε με μπουνιές. Δεν είμαστε αμοιβάδες όμως....διάολε τρεφόμαστε ο ένας από τον άλλο, αγαπάμε για να φτάσουμε στην αθανασία. Μασάμε πότε σύμφωνα με το σαβουάρ βιβρ, πότε άτσαλα και λαίμαργα. Ρευόμαστε κάφρικα, φτύνουμε τα κουκούτσια μα πριν ακόμα φτάσουν στην γη λιγουρευόμαστε το επόμενο μεζεδάκι.
Αγαπάμε τρώγοντας ο ένας τον άλλο για να νιώσουμε ζωντανοί, κατάλαβες διάολε; φώναξε η φωνούλα στα μούτρα μου κι εγώ έγνεψα ναι